Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

Πολύωρη θεατρική αγρύπνια στο Φεστιβάλ Αθηνών

Μια μαραθώνια- παράσταση, διάρκειας 24 ωρών, που ξεκίνησε τα μεσάνυχτα της Παρασκευής στο χώρο της Πειραιώς 260

«Το ταξίδι του Μερσιέ και του Καμιέ, αν θέλω, μπορώ να το διηγηθώ γιατί ήμουν μαζί τους συνεχώς. Δεν χρειάστηκε να διαβώ σύνορα. Ο Μερσιέ και ο Καμιέ δεν κουνήθηκαν από τον τόπο τους. Είχαν αυτή την καλή τύχη..». Με αυτές τις φράσεις ο Γιάννης Κακλέας σε ρόλο αφηγητή «έκλεισε» χθες βράδυ την μαραθώνια- παράσταση, διάρκειας 24 ωρών που ξεκίνησε τα μεσάνυχτα της Παρασκευής στο χώρο της Πειραιώς 260.

Οι τέσσερις ηθοποιοί της παράστασης (Αρης Σερβετάλης, Κώστας Φιλίππογλου, Κίμων Φιορέτος και Μένη Κωνσταντινίδου), ο Κωστής Φιορέτος που επιμελήθηκε τους αυτοσχεδιασμούς στη μουσική και φυσικά ο Γιάννης Κακλέας- που καθοδηγούσε τους ηθοποιούς καθ' όλη τη διάρκεια- καταπιάστηκαν στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών μ' ένα πρώιμο αφήγημα του Σάμιουελ Μπέκετ, με τον τίτλο «Μερσιέ και Καμιέ» και κάλεσαν το κοινό σε μία «μεταθεατρική εμπειρία-αγρύπνια», όπως το ονόμασε.Το πείραμα πέτυχε. Το 24ωρο πέρασε. Ηθοποιοί και σκηνοθέτης άντεξαν.


'Αλλωστε ,όπως είχε δηλώσει και ο ίδιος ο σκηνοθέτης, «η επιτυχία της παράστασης αυτής είναι η πραγμάτωσή της». «Η ώρα είναι 12.00..Μπράβο σας! Τα καταφέραμε!», είπε φανερά ενθουσιασμένος ο Γιάννης Κακλέας στο τέλος, ευχαριστώντας ηθοποιούς , τεχνικούς, συνεργάτες, φίλους και θεατές και καλώντας όλους τους συντελεστές επί σκηνής.Το χειροκρότημα, ενθουσιώδες, θερμό και παρατεταμένο. Και δικαίως, καθώς ο στόχος επετεύχθη. Οι θεατές αφέθηκαν σε μια άχρονη μπεκετική εμπειρία, μια περιπλάνηση στον χώρο και τον χρόνο του Ιρλανδού νομπελίστα δημιουργού, χωρίς αρχή, μέση και τέλος, σε ένα αέναο παιχνίδι ύπαρξης. 'Αλλες φορές με χιούμορ, άλλες φορές με απουσία νοήματος, άλλες με φιλοσοφική βαθύτητα και άλλες πάλι με απόλυτη ελαφρότητα, όπως συμβαίνει σε όλα τα έργα του Μπέκετ.Η επιλογή του έργου άλλωστε δεν ήταν τυχαία. Για τον σκηνοθέτη το «Περιμένοντας τον Γκοντό» ήταν και το πρώτο έργο που ανέβασε το 1981 και έκτοτε τον απασχολούσε η επιστροφή του σ΄ αυτόν τον συγγραφέα, που «αγγίζει καθαρά τον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης». Το μυθιστόρημα αυτό- ένα από τα πρώτα του- αποτελεί τη μήτρα των μετέπειτα έργων του. Μέσα στην περιπέτεια του Μερσιέ και του Καμιέ βρίσκονται όλες οι ιδέες του Ιρλανδού δραματουργού, που στη συνέχεια μετέπλασε σε μονόπρακτα.Χωρισμένη σε 8 κεφάλαια, η παράσταση ήταν έτσι δομημένη, ώστε αν έχανες ένα μέρος, να μπορούσες να παρακολουθήσεις τα υπόλοιπα χωρίς να νιώθεις ότι χάνεις την συνοχή της.

Ξεκίνησε με τους δύο μπεκετικούς ήρωες- τον Μερσιέ και τον Καμιέ- δύο φίλους μέσης ηλικίας ν' αποφασίζουν μετά από πολλές και μακρές διαβουλεύσεις, ένα ταξίδι σε αναζήτηση ενός στόχου.Στο «ταξίδι της ζωής» που επιχειρούν το οποίο στην πορεία καταλήγει απλή και «ασφαλής» βόλτα στην πόλη και τα περίχωρά της αναζητώντας «κάτι» που παραμένει αδιευκρίνιστο, καθ' όλη τη διάρκεια του έργου, βιώνουν «περιπέτειες», συναντώνται με άλλα άτομα επώνυμα ή ανώνυμα, λιποψυχούν παροδικά λόγω βροχής ή κούρασης, ωστόσο συνεχίζουν: «Πού πάμε; λέει ο Καμιέ.

Ποτέ δεν θα σε ξεφορτωθώ; λέει ο Μερσιέ. Έχεις καμιά ιδέα πού πάμε; ρωτάει ο Καμιέ. Τι σημασία έχει πού πάμε, απαντά ο Μερσιέ. Πάμε, αυτό αρκεί». Σε όλη την διάρκεια του 24ωρου εγχειρήματος ο Γιάννης Κακλέας ανέλαβε τον ρόλο ενός ιδιότυπου υποβολέα. Όρθιος μπροστά από ένα τραπέζι, απέναντι από τη σκηνή και πίσω από τα καθίσματα των θεατών καθοδηγούσε την παράσταση ενδοεπικοινωνιακά-κινήσεις, φώτα, μουσική, βίντεο.. Κατά μία έννοια ερμήνευε και ο ίδιος, αφού υπαγόρευε το κείμενο στους ηθοποιούς μέσω μικροφώνων και τους παρότρυνε να αυτοσχεδιάσουν πάνω στα μοτίβα της περιήγησης των ηρώων του Μπέκετ.Οι ερμηνευτές που σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της παράστασης βρίσκονταν επί σκηνής (με εξαίρεση ορισμένα μικρά διαλείμματα ξεκούρασης και ανασύνταξης ) κλήθηκαν κι εκείνοι να διευρύνουν τα σωματικά τους όρια. Ξεκίνησαν χωρίς να κάνουν οικονομία δυνάμεων. Η κούραση όσο περνούσε η ώρα γινόταν όλο και πιο εμφανής και αυτό είναι κάτι που συνάδει με το ζητούμενο αυτού του έργου που μοιάζει να περιγράφει το υπαρξιακό ταξίδι του καθενός μας.Κάποια στιγμή και αφού τελείωσαν όλα τα σκηνογραφικά τεχνάσματα, ηθοποιοί και σκηνοθέτης άρχισαν να λειτουργούν με μία αυτόματη γραφή. Με το έργο να μετατρέπεται από μία αναπαράσταση ενός ταξιδιού σ' ένα πολύ προσωπικό βίωμα των συντελεστών.Η καλλιεργημένη σκηνική χημεία των Σερβετάλη και Φιλίππογλου, καθώς και η μεγάλη εμπειρία τους στο σωματικό θέατρο συνέβαλε στην δημιουργία ενός ολοκληρωμένου θεάματος υψηλής αισθητικής με άρτιο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Ενώ η μουσική και τα βίντεο- τοπία που προβάλλονταν κατά τη διάρκεια έπαιξαν το δικό τους ρόλο, στην δημιουργία ατμόσφαιρας σε αυτήν την ιδιαίτερη παράσταση.«Ήταν μία τρελή εμπειρία. Δεν ήταν εύκολο. Δεν έχω καταφέρει να το αποκωδικοποιήσω μέσα μου όλο αυτό που συμβαίνει..», είπε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο Αρης Σερβετάλης , φανερά καταβεβλημένος λίγο μετά το τέλος της παράστασης. «Δεν πιστεύω ότι το κάναμε! Αισθάνομαι πολύ καλά, όχι μόνο γιατί καταφέραμε να βγάλουμε το 24ωρο, αλλά γιατί προσφέραμε ένα γεμάτο θέαμα στο κοινό», θα συμπληρώσει ο Κώστας Φιλίππογλου.

Λίγο πριν την έναρξη της παράστασης, ο χώρος της Πειραιώς 260 άρχιζε να γεμίζει με κόσμο. Πολλοί ήταν εκείνοι που κουβαλούσαν μαζί τους σάκους, μπουκάλια με νερό και φαγητό για να αντέξουν όσο περισσότερο γίνεται. Ο χώρος εξάλλου ήταν ειδικά διαμορφωμένος με μαξιλάρες και υπνόσακους, ώστε να διευκολύνει την παραμονή τους εκεί.Και άντεξαν από ότι φάνηκε, καθώς η αίθουσα -ύστερα από την έναρξη που ήταν γεμάτη- δεν έμεινε ούτε λεπτό άδεια. Κάποιοι πέρασαν όλη την μέρα τους εκεί, ενώ πολλοί ήταν εκείνοι που έφυγαν και επέστρεψαν μετά από λίγες ώρες. Όπως μία 70χρονη καθηγήτρια θεατρολογίας, η οποία -μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ- είπε πως πρόκειται για μία δοκιμασία και για τον ίδιο τον θεατή.

«Δημιουργεί ιδιαίτερες συνθήκες πρόσληψης, καθώς είναι διαφορετικό να βλέπεις μια παράσταση συμπυκνωμένη σε 2 ώρες και αλλιώς μία άλλη απλωμένη σε 24», ανέφερε η ίδια. Οι 25χρονες Αφροδίτη και Βιβή- που έζησαν όλη την εμπειρία του 24ωρου- βρήκαν εξαιρετικά ενδιαφέρον το εγχείρημα, ενώ αναφερόμενες στην δουλειά του Γ. Κακλέα είπαν πως «είναι παρήγορο το ότι κάποιος εξελίσσεται διαρκώς». « Ακόμα και ο εξωτερικός χώρος μοιάζει σαν μέρος της παράστασης. Ενώ, αυτή η κινητικότητα των θεατών και η επανάληψη στις κινήσεις τους θυμίζει λίγο Μπέκετ», τόνισαν.Στον προαύλιο χώρο του φεστιβάλ και έξω από το κτίριο Η, είχε στηθεί και ένα υπαίθριο μαγειρείο- που πρόσφερε σούπες λαχανικών και μακαρονάδες όλο το 24ωρο- από την ομάδα της Κοινωνικής Κουζίνας «Ο 'Αλλος 'Ανθρωπος». Πίσω της υψωμένο ένα πανό που ενημέρωνε ότι προσφέρεται δωρεάν φαγητό για όλους. Στην Κοινωνική Κουζίνα άλλωστε που στήνεται καθημερινά και σε άλλη γειτονιά της Αθήνας, όλοι έχουν θέση. Στο φεστιβάλ βρέθηκε ύστερα από πρόσκληση του Γ. Κακλέα, όπως εξήγησε ο εμπνευστής της Κώστας Πολυχρονόπουλος, ο οποίος είπε πως ο σκηνοθέτης και η ομάδα του προαγόρασαν κάποια εισιτήρια και τα πρόσφεραν σε θεατρόφιλους άστεγους, ώστε να έρθουν να παρακολουθήσουν την παράσταση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε ελεύθερα την άποψή σας!

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...