Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013

Λάκης Λαζόπουλος: «Νιώθω σαν να ζουν δέκα άνθρωποι σε ένα σώμα»

Ο Λάκης Λαζόπουλος αναμετράται με τους 10 διαφορετικούς ρόλους του Ελληνα που υποδύεται


Λαϊκό προσκύνημα με γέρους, νέους και άνεργους στο «Sorry… I’m Greek» του Λάκη Λαζόπουλου, που επιστρέφει πιο αμείλικτος από ποτέ με τους πολιτικούς, συγκινημένος -όπως μας ομολογεί- και έτοιμος «σαν άλλος γιατρός στην Εντατική» να δώσει στον κόσμο τη «συναισθηματική ένεση που του λείπει». Μακριά από το «Τσαντίρι», αλλά πάνω στη σκηνή με χαρακτήρες από τους «Δέκα Μικρούς Μήτσους» - και όχι μόνο 


Ασυνήθιστο, αλλά σε παραστάσεις σαν αυτή του Λαζόπουλου καταστρατηγούνται όλοι οι κανόνες της θεατρικής διασκέδασης: ο κόσμος δεν περιμένει έξω καπνίζοντας, δεν περιφέρεται αδιάφορα και κάπως μοιραία στο μπαρ και κυρίως δεν παραμένει σιωπηλός. Ανθρωποι κάθε ηλικίας και καταγωγής -αυτό που λέμε «κάθε καρυδιάς καρύδι»-έχουν καταφτάσει στο θέατρο «Βρετάνια» από νωρίς, καταλαμβάνοντας το κάθισμά τους με αγωνία να μην προλάβει και τους το πιάσει άλλος, περιμένοντας να εμφανιστεί στη σκηνή ο Λάκης Λαζόπουλος. 


Γυναίκες με καθόλου φανταχτερά και επώνυμα ρούχα, που είναι εμφανές ότι έδωσαν το ελάχιστο περίσσευμά τους για να εξασφαλίσουν τρεις γεμάτες ώρες γέλιου και διασκέδασης, ηλικιωμένοι σε μία από τις σπάνιες πλέον νυχτερινές εξόδους της ζωής τους, παιδιά αμούστακα που γελάνε αδιάκοπα και μόνο στη σκέψη ότι θα δουν το λαϊκό τους είδωλο από κοντά. Το θέαμα του κόσμου που περιμένει τον Λαζόπουλο είναι δηλωτικό του βάρους που φέρει στους ώμους του ο διάσημος ηθοποιός και σκηνοθέτης, αφού δεν παρουσιάζει μόνο μια παράσταση, αλλά μιλάει κυριολεκτικά με τη δική τους φωνή - αυτή που ενδεχομένως δεν έχουν. Και ο Λάκης αυτό δείχνει να το ξέρει καλά.



Γι’ αυτό και ο τίτλος της παράστασης, που είναι πολιτική μέχρι το μεδούλι, είναι «Sorry... I’m Greek». Οπως εξηγεί ο ίδιος ο Λαζόπουλος: «Οχι “Συγγνώμη που είμαι Ελληνας”, αλλά “Συγγνώμη... Είμαι Ελληνας”». Χωρίς να καταφεύγει σε κλισέ, η θεατρική του γλώσσα είναι συνάμα σκληρή και άμεση, σαν αυτή που ξέρουμε από τις τηλεοπτικές εκπομπές του, η οποία τώρα αποκτά άλλη μεταφυσική σημασία, αφού προφέρεται με διαφορετικό τρόπο κάθε φορά, μέσα από τους χαρακτήρες που υποδύεται - σαν αυτούς που ζούμε καθημερινά γύρω μας, μέσα μας, μπροστά μας. Στα αποκαΐδια ενός σπιτιού που δεσπόζει στη σκηνή προβάλλουν κατά σειρά οι γνώριμοι χαρακτήρες από τους «Μικρούς Μήτσους» - ο αστυνομικός, ο Τζίμης, η χήρα Μήτση, ο παλιός μούτσος που εδώ έχει μεταμορφωθεί σε ανίδεο πυροσβέστη που τον έχουν στείλει στα καμένα, αλλά και ένας νέος χαρακτήρας ο νεο-πασόκος εργολάβος Μπάμπης ο «Νυχτομπετόν». Πίσω από τα σκετς του Λαζόπουλου, πικρά και δηκτικά, κρύβεται ωστόσο μια απόγνωση και μια πίκρα για την κατάσταση στην οποία έχει περιπέσει τελευταίως η χώρα. «Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, να μην υπάρχει αυτή η πίκρα», μας εξομολογείται ο ίδιος όταν τον συναντάμε μετά το τέλος της παράστασης, αποκαμωμένο αλλά εμφανώς ικανοποιημένο από την ανταπόκριση του κόσμου. «Υπάρχει μια υποδόρια θλίψη που είναι ολωνών.

Τη βλέπεις, την οσμίζεσαι καθημερινά, υπάρχει στον αέρα που αναπνέεις. Δεν θα μπορούσα, επομένως, να μη νιώθω έτσι, να μην αντιλαμβάνομαι ότι υφίσταται αυτό το υπόστρωμα, γιατί θα φαινόταν ότι βρίσκομαι εκτός εποχής». Το λέει εννοώντας το πραγματικά, εξάλλου προφέρει τις λέξεις με τη σπασμένη φωνή ενός ανθρώπου που νιώθει τη βαρύτητα του ρόλου του. Γι’ αυτό σου μιλάει κοιτώντας σε έντονα στα μάτια -αυτό που οι ψαγμένοι λένε «ασκαρδαμυκτί»-, σαν να σε ξεγυμνώνει ψυχικά για να δει αν πρέπει να κλειστεί ή να ανοιχτεί, ένας άνθρωπος που κινείται από ένστικτο μάλλον παρά από την επιβολή του προσωπείου που θα του επέβαλλαν οι δημόσιες σχέσεις. Θα περίμενες, ενδεχομένως, να υιοθετεί ετοιματζίδικες απαντήσεις, ωστόσο εκείνος επιμένει να σε κοιτάει στα μάτια επίμονα, εκφράζοντας αμηχανία. Παρότι ο χρόνος μας είναι περιορισμένος και ο κόσμος έξω από τα καμαρίνια πολύς, δεν δείχνει να βιάζεται καθόλου. Οπως φαίνεται, οι κουβέντες της ψυχής απαιτούν χρόνο. «Είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία», λέμε σχεδόν ταυτόχρονα παραπέμποντας στον γνωστό στίχο του Κ. Π. Καβάφη που αναγράφεται στα τρόλεϊ. «Δεν χρειάζεται κανείς να βιάζεται, αφού τις περισσότερες φορές τα λέει όλα η σιωπή.

Αν και έχω την αίσθηση ότι η σιωπή που ζούμε στις μέρες μας και σ’ αυτή τη χώρα είναι άλλη: είναι αυτή η σιωπή που νιώθεις κοιτάζοντας το καμένο σου σπίτι και σοκαρισμένος δεν μπορείς να αντιδράσεις. Και θέλει μεγάλη δύναμη να το ξαναφτιάξεις, κάτι που νιώθω να επωμίζομαι κι εγώ με τον δικό μου τρόπο στην παράσταση. Νιώθεις μεγάλη δύναμη όταν βλέπεις τον κόσμο να δυναμώνει, να “κοχλάζει” και να συγκινείται απ’ όσα συμβαίνουν στη σκηνή», λέει ο ίδιος. Για τον Λαζόπουλο υπάρχει πάντα ένα μικροσκοπικό περιθώριο χειρισμού για να ξεφύγει κανείς από τη στασιμότητα, τα πάσης φύσεως οικονομικά αδιέξοδα και τον μονότονο δισταγμό - και αυτό σ’ το δίνει πάντα η δύναμη της τέχνης.


Η τέχνη είναι τελικά που κάνει τον Λάκη να τα δίνει όλα συμμετέχοντας σε κάθε σκετς με όλη του την καρδιά, αλλάζοντας μεταμορφώσεις σε χρόνο ρεκόρ και αντέχοντας δύο παραστάσεις σερί, ειδικά την Κυριακή, από τις 3 το μεσημέρι μέχρι αργά το βράδυ: «Σκότωμα, αλλά το απολαμβάνω με την ψυχή μου», μας εξομολογείται. Πάνω στη σκηνή, άλλοτε τον βλέπουμε να υιοθετεί το ιδίωμα της Λάρισας όταν υποδύεται τη γνωστή Ελληνίδα μάνα, να καταφεύγει σε φράσεις της περιοχής του και να μοιάζει να γίνεται και πάλι παιδί, όπως όταν δοκίμαζε να κάνει τον καφετζή δουλεύοντας στον θείο του ή στο οινοποιείο Τυρνάβου ως άνθρωπος της διπλανής πόρτας που κάποτε υπήρξε ο ίδιος και τον οποίο δείχνει να αναζητά σε καθένα από τα σκετσάκια του. Εξ ου και η γνήσια αγανάκτηση όταν τα βάζει με τους πολιτικούς. Η παράσταση ξεκινάει με τον τσολιά και κατόπιν με τη θεία Μήτση που πάει στην ξαδέλφη στο Ντίσελντορφ για να ζητήσει δανεικά, ερχόμενη αντιμέτωπη με το άτεγκτο σθένος των Γερμανών. «Είμαστε οι μέτοχοι της Γερμανόπης Α.Ε. και όχι μέλη της Ευρώπης», λέει σε κάποια στιγμή της παράστασης παρομοιάζοντας τους ίδιους τους Γερμανούς με αιώνιους κατακτητές. «Γιατί δεν μας είπαν αλήθεια ότι ο πόλεμος με τους Γερμανούς τέλειωσε τώρα και ότι τελικά χάσαμε;», επιμένει από σκηνής με το γνωστό πικρό χιούμορ που θα μπορούσε να ακούσει κανείς μόνο από τον Λαζόπουλο.

Εννοείται ότι όταν οι συγκεκριμένες σκηνές παίζονταν στη Γερμανία, πολλοί ήταν οι ντόπιοι που εργάζονταν τότε στην παράσταση και θέλησαν να παραιτηθούν σοκαρισμένοι από τα όσα έλεγε ο γνωστός κωμικός. Εχει επίγνωση του σκληρού και δηκτικού του χιούμορ ο Λαζόπουλος, αλλά όπως γράφει και στο πρόγραμμα της παράστασής του: «Εμαθα να λέω τα πράγματα με το όνομά τους. Πέστε ότι έχω κατασκευαστικό λάθος, γενετήσια ανωμαλία». Επιμένει δε ότι για την κατάστασή μας πρώτοι υπεύθυνοι είναι οι πολιτικοί: «Τόσοι Τσοχατζόπουλοι και δεν μπήκαν στη φυλακή, αλλά αντίθετα κυβερνάνε ακόμη», για να συμπληρώσει: «Αμα βρίζει κανείς τα αφεντικά που είναι οι Γερμανοί, πρέπει να βρίζει και τους υπαλλήλους. Κι αυτοί εξακολουθούν να κυβερνάνε την Ελλάδα λες και έλειπαν χρόνια. Τους λες “πεινάω” και σου απαντάνε “θες να φύγουμε από την Ευρώπη;”, λες κι αν πω εγώ στη μάνα μου “πεινάω”, θα μου πει “θες να μείνουμε στο ευρώ;”. Το δίλημμα είναι πλέον ευρώ ή νηστικός». Οσο για το success story, έχει και γι’ αυτό απάντηση στο σανίδι: «Το μόνο success story για την ώρα είναι ο Μητσοτάκης. Μέχρι να εμφανιστεί πίστευα ότι δεν υπάρχουν βρικόλακες, αλλά έλα που είναι πραγματικοί».


Νέοι άνθρωποι και χαμένη μνήμη


Αντίθετα, όμως, από την υφέρπουσα γεροντολαγνεία της πολιτικής, ο Λαζόπουλος αγαπά τους νέους και αυτό φαίνεται. Το καστ του αποτελείται από όμορφα, φρέσκα, νέα και ταλαντούχα παιδιά, με ημερομηνία γέννησης μετά το 1980. Ο Λάκης δείχνει να αντλεί δύναμη από τους νέους, τους εμπιστεύεται και τους ανοίγει δρόμους. Εξ ου και το ότι κάνει πραγματική παρέα με τη μονάκριβη 25χρονη κόρη του, Μαριέλλη. Ας μην ξεχνάμε ότι είναι αυτός που ανακάλυψε τον Χριστόφορο Παπακαλιάτη, που έκανε ταινία με τον Λάνθιμο πολλά χρόνια πριν από την αναγνώρισή του. Αν τον ρωτήσεις θα σου πει ότι είναι οι γέροι πολιτικοί, κυρίως όσον αφορά στο πνεύμα παρά στην ηλικία, που έφτασαν τους νέους σε αδιέξοδα που γέννησαν τη Χρυσή Αυγή. «Οι ντυμένοι σωτήρες της Ελλάδας είναι αυτοί που έφτιαξαν τη Χρυσή Αυγή. Εχει πατέρα και μάνα ο Φρανκενστάιν, δεν γεννήθηκε μόνος του», διαβάζεις στο κείμενό του που συνοδεύει την παράσταση για να συνεχίσει από σκηνής: «Λένε οι πολιτικοί ότι δεν κατάλαβαν πώς γεννήθηκε η Χρυσή Αυγή. Εγώ ξέρω ότι στο χωριό μου τον πλάτανο τον καταλαβαίνουν ότι είναι πλάτανος, δεν τον περνάνε για μπουκαμβίλια».

Ωστόσο στο «Sorry… I'm Greek» δεν είναι μόνο σκληρός. Ισως, μάλιστα, να είναι και από τις πιο συναισθηματικές παραστάσεις που έχει κάνει ποτέ, του λέω. Κάποια στιγμή από τα χείλη του πιο μοναχικού χαρακτήρα του, που του αρέσει να ζει μέσα σε μια βάρκα στη μέση του πελάγους, ακούμε όμορφα τραγούδια του Χατζιδάκι και την παραίνεσή του να μην ξεχνάμε αυτό που ήμασταν κάποτε, τη γλυκιά και τρωτή πλευρά μας.


Τον ρωτάω, ως εκ τούτου, τι νομίζει ο ίδιος ότι μπορεί να μας θυμίζει αυτό που είμαστε. «Νομίζω ότι ο Ελληνας έχει σκοτώσει την πιο ευαίσθητη πλευρά του. Μοιάζει ξαφνικά σαν να έχουμε μεταμορφωθεί σε μια μεγάλη τράπεζα και όλοι να ξέρουμε το μυστικό της και γι’ αυτό να μη μιλάμε μεταξύ μας. Αλλά ο Ελληνας δεν ήταν αυτό, είχε μια ευαίσθητη πλευρά που τον βοηθούσε να στέκεται όρθιος. Η ευαίσθητη πλευρά ήταν και είναι η σημαία μας. Αυτή μας βοηθούσε να κρατιόμαστε όρθιοι και να αντέχουμε στις δυσκολίες». Αντίθετα σήμερα επιμένει πως «δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τι αξίζει και τι όχι», πως νιώθεις ότι είσαι κομμάτι από «μια άμορφη μάζα και δεν ξέρεις τι είναι αυτό που μπορεί να σε βοηθήσει να πιαστείς. Σαν να βρίσκεσαι σε ένα ναυάγιο όπου επιπλέουν γύρω σου βρεμένες σανίδες». Και συνεχίζει: «Στην πραγματικότητα όμως ΕΙΣΑΙ αυτό που σε κάνει να αισθάνεσαι και αυτό είναι τελικά που θέλω να κάνω με αυτή την παράσταση: να δυναμιτίσω αυτό το αίσθημα. Νιώθω σαν να έχω μπει σε μια Εντατική και σιγά-σιγά επαναφέρω με συναισθηματικές ενέσεις τη μνήμη του ασθενούς. Αυτή τη μνήμη που έχει ατονήσει». Γι’ αυτό και επιμένει ότι νιώθει να αναμετράται με το παρελθόν, να διαμορφώνει μια γενεαλογία στην προσπάθειά του να ανιχνεύσει τι είναι αυτό που στοιχειοθετεί την ταυτότητά μας ως Ελληνες και τι όχι. «Πρόκειται για παράσταση  ταυτότητας, μια ανάγκη να τεθεί ξανά το ερώτημα “Ποιοι είμαστε πραγματικά;”. Θέλω να βουτήξω σε αυτό που μας διαμορφώνει ασυνείδητα και συνειδητά».

Ηταν λαϊκιστής ο Αριστοφάνης;

Πολλοί βέβαια θα είχαν ένσταση της βαρύτητας του ρόλου του, θα έλεγαν ότι εσκεμμένα χαϊδεύει τον θεατή του ή ότι λαϊκίζει. Σε αντίθεση με το «Τσαντίρι», όμως, η παράσταση «Sorry… I'm Greek» δεν καταφεύγει σε ευκολίες, ούτε εξωραΐζει καταστάσεις. Ο ίδιος ο Λαζόπουλος, απαντώντας στο ερώτημα περί λαϊκισμού, παραπέμπει στον Αριστοφάνη, στη σάτιρα και στην ίδια την ιδιοσυστασία της. Επιμένει, δε, σε αντίθεση με όσα του καταμαρτυρούν, ότι στο θέατρο δεν υποδεικνύει κάτι τέτοιο, και πως δεν τον ενδιαφέρει η πολιτική ως αξίωμα. «Το ίδιο έκανε και ο Αριστοφάνης. Εγραφε σάτιρες. Δεν ανέλαβε ποτέ κανένα πολιτικό αξίωμα», λέει χαρακτηριστικά. Και τι στο καλό θέλει τελικά ο Λάκης Λαζόπουλος; «Αυτό που θέλω είναι να είμαι στο θέατρο αυτή τη στιγμή, να επικοινωνήσω ξανά με τον κόσμο μέσα από το σανίδι, να φυλάω σκοπιά με τις παραστάσεις από Τετάρτη έως Κυριακή.


Καταφεύγοντας στους κώδικες του θεάτρου, νιώθοντας τις ανάσες του, ανασαίνοντας έναν άλλο αέρα πάνω στη σκηνή», ομολογεί σχεδόν εκστασιασμένος. «Κι αυτό το αίσθημα είναι διαφορετικό από το stand up κόμεντι, όπου απλώς υποδύεσαι κάποιες μορφές κωμικές. Η κωμωδία είναι άλλο πράμα: μοιάζει σαν να βγαίνουν δέκα άνθρωποι από το ίδιο κορμί και να σου φτιάχνουν ο καθένας με τον τρόπο του μια ιστορία. Σάμπως να μετατρέπεσαι από πρωταγωνιστής σε παρατηρητή του εαυτού σου. Κι αυτό το συναίσθημα είναι μοναδικό - δεν αναπληρώνεται με κανένα άλλο».

ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε ελεύθερα την άποψή σας!

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...